Του Κωστή Στ. Μανωλικίδη, πρώτου Προέδρου του Συνδέσμου Δρυοπιδέων

 

Εις την ιστορίαν της πατριωτικής και κοινωνικής δράσεως του χωριού μας προέχουσαν θέσιν κατέλαβεν η κατά το έτος 1904, το πρώτον, ίδρυσις εν Πειραιεί του πρώτου Συνδέσμου μας. Του εδώσαμεν τον τίτλο «Κυθνιακός Σύνδεσμος του Δήμου Δρυοπίδος Πειραιώς-Αθηνών». Και τούτο διότι αφ’ ενός μεν όλοι οι εκ της νήσου Κύθνου καταγόμενοι είναι Κύθνιοι, και αφ’ ετέρου διότι εν τω τότε Καταστατικώ δεν ξεχωρίσαμε τους εκ της Χώρας έλκοντας την καταγωγήν συμπατριώτας μας, αλλά τους παρεχωρήσαμε τα ίδια δικαιώματα που είχαν οι Δρυοπιδείς ιδρυταί του Συνδέσμου.

Υπήρξε τόσον άξια λόγου η συμβολή του ιδρυθέντος εις τα 1904 Συνδέσμου Δρυοπιδέων, δια την περαιτέρω προοδευτικήν εξέλιξην των συμπατριωτών μας, και τόσον επωφελής και γόνιμος εις αποτελέσματα, ώστε θεώρησα απαραίτητον να εκθέσω εις τας στήλας της εφημερίδος μας την τότε δράσιν του Συνδέσμου, δια να γνωρίζουν οι νεώτεροι πόσοι κόποι και πόσαι προσπάθειες και θυσίαι κατεβλήθησαν, δια να τεθούν οι βάσεις, επί των οποίων ηδραιώθη και ακμάζει – χάρις εις την θερμουργόν και ακούραστον όντως δράσιν των εκάστοτε Διοικητικών Συμβουλίων του – ο νεώτερος Σύνδεσμος, ο οποίος άλλως τε είναι η συνέχεια και επαναλειτουργία του παλαιοτέρου.

Ήταν μια θαυμάσια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα της Εθνικής ημών παλιγγενεσίας και αναστάσεως του Γένους από τον Οθωμανικόν ζυγόν, ύστερα από δουλείαν τεσσάρων αιώνων, αφότου ο κατακτητής εξεπόρθησε την βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολιν. Τα τραύματα εκ της ατυχούς πολεμικής περπετείας του 1897 δεν είχον ακόμη επουλωθή. Και η Ελληνική ψυχή ανεζήτει εις τον πανηγυρισμόν της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου να αναβαπτισθή και να αντλήση νέον θάρρος και νέας ελπίδας, δια την νέαν εξόρμησιν προς πραγματοποίησιν των εθνικών ιδεωδών.

Οι Πειραιείς συνωθούντο στους δρόμους της πόλεως και κατά πυκνάς ομάδας συνέρρεαν εκ των διαφόρων συνοικιών εις την προ του Μητροπολιτικού Ναού της Αγίας Τριάδος πλατείαν. Είχον ήδη παραταχθεί εν αυτή τα στρατιωτικά τμήματα της φρουράς Πειραιώς, τα αγήματα των ανδρών του Πολεμικού Ναυτικού, οι μαθηταί της Ναυτικής Σχολής των Ευελπίδων (λειτουργούσης τότε εν Πειραιεί), οι μαθηταί των σχολείων, οι διάφοροι Σύλλογοι και Συντεχνίαι του Πειραιώς με τας σημαίας των και με τα λάβαρά των. Η πόλις έπλεε κυριολεκτικώς εις το κυανούν. Ο λιμήν σημαιοστόλιστος με όλα τα εν αυτώ σκάφη από άκρου εις άκρον, όπως και το Δημαρχιακόν μέγαρον, το γνωστό Ωρολόγι, ο Τιτάνειος κήπος κ.λπ.

Η συρροή ήτο πυκνοτέρα το έτος εκείνο, διότι επρόκειτο να ομιλήση από του μεγάλου εξώστου της Δημαρχίας, εκφωνών τον πανηγυρικόν της ημέρας ο αείμνηστος καθηγητής της Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω, Αναστάσιος Γεννάδιος, ενθουσιώδης και φλογερός πατριώτης, διακρινόμενος δια την μεγάλην ευγλωττίαν του, όσον και δια τα πατριωτικά του αισθήματα.

– Μόνον εμείς οι Δρυοπιδείς – ξέσπασε με πικρίαν και αγανάκτησιν ένας από τους συγκεντρωθέντες δια την Εθνικήν Εορτήν συμπατριώτες μας, ο μακαρίτης Ιωάννης Νικολάου Λαρεντζάκης – δεν έχουμε Σύλλογο, ενώ όλοι οι άλλοι Κυκλαδίται των διαφόρων νήσων, με τις σημαίες των και με τα λάβαρά των, τιμούν την πατρίδα τους στην ξενιτιά και συμμετέχουν ευπαρουσίαστα στην Εθνική Εορτή.

Η διαμαρτυρία αυτή του συμπατριώτη μας, ενός νέου τότε την ηλικίαν, με ενθουσιώδη πατριωτικά αισθήματα και αγάπην στο χωριό μας, αν και είχε γεννηθή στον Πειραιά, έσχε ζωηράν απήχησιν μεταξύ των συμπατριωτών μας, που είχαν συγκεντρωθεί από τα Καμίνια και τας άλλας συνοικίας του Πειραιώς, δια να παρακολουθήσουν την τελετήν της Εθνικής Εορτής. Συνησθάνθησαν όλοι την αδικαιολόγητη πράγματι παράλειψι να μην έχουμε έως τότε συστήσει τοπικόν μας Σύνδεσμον, αποτελούντες στο ζήτημα αυτό εξαίρεσιν απ’ όλους τους άλλους Κυκλαδίτες – και από τους συμπολίτες της Χώρας, που είχαν Σύλλογον με έδραν τας Αθήνας – των οποίων αι σημαίαι και τα λάβαρα εκυμάτιζαν υπερήφανα μεταξύ των άλλων σημαιών και λαβάρων των Πειραϊκών Σωματείων.

Είναι προφανές ότι εις την διέγερσιν του τοπικιστικού αισθήματος και της φιλοπατρίας των παρισταμένων Δρυοπιδέων συντέλεσε το εθνικό περιβάλλον του χαρμόσυνου εορτασμού της απελευθερώσεώς μας υπό των ηρώων του 1821. Και όταν, απαντών εις τον μακαρίτην Ιωάννην Ν. Λαρεντζάκην, είπα ότι εις τούτο είμεθα ημείς οι ίδιοι υπαίτιοι, όλοι οι παριστάμενοι Δρυοπιδείς μου ανέθεσαν ομοφώνως να προβώ στας απαιτουμένας ενεργείας δια την ίδρυσιν του Συνδέσμου, υποσχεθέντες να συντρέξουν εκθύμως, εγγραφόμενοι όλοι μέλη του.

Σημειωτέον ότι για το ζήτημα αυτό είχα επανειλημμένως ενεργήσει πλησίον των Δρυοπιδέων και ανεδέχθην προθύμως την ανατεθείσα μοι εντολήν, διότι, άλλως τε, ένα από τα νεανικά μου όνειρα και τις φιλοδοξίες μου υπήρξε ανέκαθεν να συμπήξω ένα πατριωτικόν κέντρον των εν Αθήναις και Πειραιεί συμπατριωτών μας, εις το οποίον να συναντιώμεθα όλοι οι Δρυοπιδείς και με αδελφικά και χριστιανικά αισθήματα να αναπτύσσωμεν τας σκέψεις μας, και να σφυρηλατούμεν τους ηθικούς δεσμούς μας, για την προαγωγή των συμφερόντων μας, τόσον ημών των εν τη ξένη, όσον και των της ιδιαιτέρας πατρίδος Δρυοπίδος. Η ανακοίνωσις εις τους Καμιναραίους του Πειραιώς της ληφθείσης κατ’ αρχήν αποφάσεως περί συστάσεως του Συνδέσμου προκάλεσε σωστό συναγερμό, μεταξύ όλων των συμπατριωτών μας. Ο μακαρίτης Αντώνης Βρεττός, ο γιός του Ιωάννης Βρεττός (Μπάκας), οι Νικόλας και Γιάννης Λαρεντζάκηδες, οι Γιάννης και Βρεττός Βαλσαμάκηδες, οι Στέφος και Γιακουμής Καλλίλας, οι Αντώνης, Μανώλης και Γιώργης Καλογυιοί, οι Γαρδέληδες, ο Τιμολέας και τα παιδιά του Δημήτρης και Στέφος, οι Κοκκινογένηδες, κλπ δεν άφησαν Συλλακιώτικο σπίτι και καμίνι του Πειραιώς που να μη διαλαλήσουν το χαρμόσυνο γεγονός, παρακινώντας συγχρόνως όλους τους πατριώτες να γραφούν μέλη του Συνδέσμου.

Το ίδιο έργο ανέλαβα και εγώ, βοηθούμενος από τον μακαρίτη Πέτρον Γάσπαρη Φιλιππαίον, αξιωματικόν Μηχανικόν του Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος είχε πάρει το πράγμα με εξαιρετικόν ενθουσιασμόν. Από καμίνι σε καμίνι, και από πόρτα σε πόρτα επεσκέφθην και ειδοποίησα σχεδόν όλους. Έτσι ένα κυριακάτικο πρωί του Μαΐου του 1904, σε μια αίθουσα του Λυκείου του φίλου μου Ζήση Αγραφιώτου συγκεντρωθήκαμε πάνω από εξήντα από τους εν Πειραιεί πατριώτες και εθέσαμεν τις βάσεις του ιδρυθέντος Συνδέσμου. Προσωρινός Πρόεδρος ορίσθη ο γράφων (σσ. Κων/νος Μανωλικίδης) με Γραμματέα τον Γάσπαριν Εμμ. Γονίδην αρχικώς και κατόπιν τον Σοφοκλήν Αγγελίδην, ο οποίος ήτο ταμίας του Ωδείου Αθηνών. Στους συγκεντρωθέντας ανέπτυξα λεπτομερώς τον σκοπόν του Συνδέσμου, τα αγαθά που έμελλον να προκύψουν εκ της συστάσεως αυτού και για την ιδιαιτέρα μας πατρίδα και για τους ξενητεμένους, την υποχρέωση που είχαμε προπάντων εμείς οι ξενητεμένοι να λάβουμε την πρωτοβουλία και να δώσουμε το καλό παράδειγμα της προσπαθείας δια την αίσιαν επίλυσιν κάθε ζητήματος ενδιαφέροντος το χωριό μας κ.λπ.

Οι παρευρεθέντες εις την Συνέλευσιν επεδοκίμασαν ομοθύμως τας προτάσεις μου, και εν συνεχεία προέβημεν εις αρχαιρεσίας, εκλέξαντες ως Προσωρινόν Διοικητικόν Συμβούλιον δια τους υπολοίπους μήνας του 1904 και μέχρι της ενέργειας του Ιανουαρίου του 1905 των τακτικών αρχαιρεσιών, τους Κ. Σ. Μανωλικίδην ως Πρόεδρον, τον Γάσπαριν Εμμ. Γονίδην ως Γραμματέαν, τον Γιακουμή Καλλίλα ως Ταμίαν, ορίσθη δε ως εισπράκτωρ δια την είσπραξιν των συνδρομών ο μακαρίτης Γιάνναρος.

Την σύστασιν του Συνδέσμου επακολούθησαν εργώδεις προσπάθειαι δια την επίτευξιν των σκοπών αυτών, πράγμα που δεν ήταν και τόσον εύκολον. Εχρειάζετο να συγκεντρωθή κάποιο μικρό χρηματικό ποσόν για την εκτύπωσιν του εν τω μεταξύ ψηφισθέντος καταστατικού, για γραφική ύλη, για έντυπα προσκλήσεων δια Γενικάς Συνελεύσεις και λοιπά γνωστά έξοδα που απαιτεί η απρόσκοπτος λειτουργία κάθε Σωματείου.

Και αι προσπάθειαι αυταί συναντούσαν αρκετά εμπόδια, που ήσαν μερικές φορές ανυπέρβλητα. Οι ενθουσιασμοί σε λόγους είναι εύκολοι ως γνωστόν. Άλλ’ οι ενθουσιασμοί σε έργα είναι λιγάκι δύσκολοι. Ίδρωσε κυριολεκτικώς ο Γιακουμής Καλλίλας και ο μακαρίτης Γιάνναρος για να συγκεντρωθούν ολίγα χρήματα δια τας ανάγκας του Συνδέσμου. Αλλά τίποτε δεν μας εκούρασε. Είχαμε αναλάβει ένα καθήκον. Να συσφίγξουμε τους φιλικούς και πατριωτικούς δεσμούς μεταξύ των εν Αθήναις και Πειραιεί συμπατριωτών αφ’ ενός, και των εν Δρυοπίδι αφ’ ετέρου, και να τους συγκεντρώσουμε όλους ει δυνατόν, εις ένα Σωματείον με γερές βάσεις.

Επίσης να οργανώσωμεν την εορτήν της Μεγαλόχαρης Παναγίας Κανάλας, δια την οποία προέβλεπε ειδικώς το 19ον άρθρον του Καταστατικού και να προσδώσωμεν δια της συμμετοχής εις αυτήν και των ξενιτεμένων Δρυοπιδέων, μεγαλυτέρα λαμπρότητα και αίγλη.

Και ήταν ζήτημα φιλοτιμίας για μας να φέρωμεν εις αίσιον πέρας το έργο που αναλάβαμε. Άλλως τε κανένα έργον, καμία προσπάθεια δεν φέρνει αποτέλεσμα χωρίς κόπους και εν ανάγκη και θυσίες. Ευτυχώς στο τέλος οι κόποι μας δεν πήγαν χαμένοι. Αι βάσεις του Συνδέσμου η μία μετά την άλλη ετίθεντο στερεαί και κατά την διάρκειαν του 1904, συνεκροτήθη δε εν Πειραιεί και δευτέρα Γενική Συνέλευσις, δια την οποίαν απεστείλαμεν προς τους εν Αθήναις Δρυοπιδείς την κάτωθι πρόσκλησιν:

«Αξιότιμε κύριε,

Προ πολλού μεταξύ των εν Πειραιεί αποκατεστημένων συμπατριωτών μας υπήρχεν η ιδέα να καταρτίσωμεν πατριωτικόν Σύλλογον, ο οποίος να φροντίζη δια την ηθικήν και υλικήν ευημερίαν αυτών.

Η ιδέα αυτή επραγματοποιήθη με τη βοήθειαν του Θεού, και από της παρελθούσης Κυριακής εθέσαμεν τας βάσεις του Συλλόγου μας υπό την επωνυμίαν «Κυθνιακός Σύνδεσμος». Περί τους εκατόν συμπατριώτες μας Δρυοπιδείς συνήλθομεν εις το Λύκειον του κ. Ζήση Αγραφιώτου εν Πειραιεί, και εψηφίσαμεν το Καταστατικό μας, το οποίο θα εγκριθή διά Β. Διατάγματος, εξελέξαμεν δε τριμελή επιτροπή, δια να διοικεί προσωρινώς τον Σύλλογον, και την ερχομένην  Κυριακήν θα συνεδριάσομεν πάλιν, δια να εκλέξωμεν το οριστικόν Προεδρείον του Συνδέσμου μας.

Ήδη αι βάσεις ετέθησαν θεία συνάρσει υπό τους αισιοτέρους οιωνούς. Οι συμπατριώται μας με πρωτοφανή ενθουσιασμόν και ζηλευτήν ομοφωνίαν και αγάπην ενεκολπώθησαν το ιερόν έργον του Συλλόγου μας, και δεν μένει πλεόν, παρά να παράσχετε την συνδρομήν Σας και την συνεργασίαν Σας, και Σεις οι εν Αθήναις εγκατεστημένοι συμπατριώται, δια να ευοδοθή το έργον του Συλλόγου μας, και ανεγείρομεν από κοινού πάντες εργαζόμενοι άρτιον και μεγαλοπρεπές το οικοδόμημα αυτού.

Έχομεν την ελπίδα αξιότιμοι και αγαπητοί συμπατριώτες ή μάλλον έχομεν την πεποίθησιν, ότι με την ευγένεια των αισθημάτων, τα οποία διακρίνουν υμάς, ότι θα σπεύσετε προθύμως εις την πατριωτικήν πρόσκλησιν των εν Πειραιεί συμπολιτών Σας, προκειμένου περί τόσον κοινωφελούς έργου, και ότι θα λάβετε την καλοσύνη να μετάσχετε της Γενικής Συνελέυσεως, η οποία θα γίνη την προσεχή Κυριακήν εν Πειραιεί, ώρα 1 μ.μ. εις το πρώτον κεντρικόν Παρθεναγωγείον Πειραιώς (πλατεία Κοραή).

Τοσούτω δε μάλλον ελπίζομεν, ότι θα μας τιμήσετε δια της παρουσίας Σας, καθόσον ένεκα απροόπτου εμποδίου δεν κατέστη δυνατόν να λάβετε τας προσκλήσεις, τας οποίας Σας αποστείλαμε δια την πρώτην γενομένην συνεδρίαν του Συλλόγου της παρελθούσης Κυριακής.

Της ευκαιρίας ταύτης δράττομαι Αξιότιμε κύριε, δια να Σας διαβεβαιώσω περί της ιδιαζούσης εκτιμήσεως και ειλικρινούς αγάπης, μετά της οποίας,

Διατελώ όλως προθύμως

Κων/νος Σ. Μανωλικίδης

Δικηγόρος εκ Δρυοπίδος

 

(Πηγή: Θερμιώτικα Νέα αρ. φύλλων 10, 11/1950)