Τα κάλαντα

 

Γεώργιος Σικελιώτης: Τα κάλαντα, 1962

Τα κάλαντα είναι ίσως ένα από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αναλλοίωτα ακόμα και σήμερα στην χώρας μας και συνδέονται με τις μεγάλες γιορτές του Δωδεκαημέρου τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια. Ψάλλονται κυρίως από παιδιά, τα οποία είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες, περιέρχονται οικίες και καταστήματα με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου σιδερένιου τριγώνου. Οι ενήλικες ψάλλουν τα κάλαντα συνήθως με τη συνοδεία μουσικών οργάνων, τύμπανο, φλογέρα κ.λπ. Οι «καλαντιστές» (τραγουδιστές των καλάντων) ρωτούν: «Να τα πούμε;» και αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε ψέλνουν εξιστορώντας τα γεγονότα των ημερών, τη γέννηση του Χριστού, την έλευση του Αη Βασίλη κ.ά. Τελειώνουν πάντα με την ευχή «Και του Χρόνου» αφού παινέψουν τον νοικοκύρη, την κυρά και το σπίτι.

Η λέξη κάλαντα προέρχεται από τη λατινική «calenda», η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το ελληνικό ρήμα καλώ, ονομάζω. Καλένδες ονομάζονταν, μάλλον από τον Ε’ αιώνα, οι πρώτες ημέρες των ρωμαϊκών μηνών, δηλαδή η αντίστοιχη των αρχαίων Ελλήνων “νουμηνία” (σημερινή πρωτομηνιά) και αφορούσαν περίοδο πέντε ή επτά πρώτων ημερών του μήνα. Από αυτές περιφημότερες ήταν Καλένδες του Ιανουαρίου, οι οποίες συνδέονταν με την έλευση του νέου χρόνου και γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Κατά τη διάρκεια των Καλενδών γίνονταν αμοιβαίες επισκέψεις συγγενών και φίλων με ανταλλαγή δώρων κυρίως μέλι, ξερά σύκα, ρόδια  και χουρμάδες αλλά  και μικρά νομίσματα.

Πιστεύεται όμως, ότι η ιστορία των Καλενδών πηγαίνει πολύ πιο πίσω στο χρόνο και συνδέεται με την Αρχαία Ελλάδα. Λίγοι γνωρίζουν για παράδειγμα, ότι τα σημερινά χριστουγεννιάτικα κάλαντα σχετίζονται με τον ύμνο που έψαλλαν τα παιδιά στην αρχαιότητα κατά τα «Πυανέψια», περιφέροντας την Ειρεσιώνη.

Η Ειρεσιώνη (από τη λέξη εἶρος που σημαίνει μαλλί προβάτου) ήταν ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης περιτυλιγμένο με λευκό μαλλί και στολισμένο με κορδέλες από λευκό και κόκκινο μαλλί. Στις κορδέλες αυτές έδεναν τις προσφορές των νοικοκύρηδων που ήταν κάθε λογής καρποί σύκα, αμύγδαλα, καρύδια, ρόδια, αλλά και μικρά μπουκαλάκια γεμάτα κρασί, μέλι, λάδι ψωμί και πολλά άλλα*.

Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό και έμοιαζε με το σημερινό χριστουγεννιάτικο δέντρο. Την Ειρεσιώνη κρατούσαν αγόρια που είχαν και τους δυο γονείς τους εν ζωή και την περιέφεραν στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας από σπίτι σε σπίτι τις καλένδες (κάλαντα), λέγοντας ευχές και παινέματα για τον νοικοκύρη προσπαθώντας να επιτύχουν ένα γενναιόδωρο κέρασμα. Μετά την περιφορά της την κρέμαγαν έξω από τη θύρα του ναού του Απόλλωνα αλλά και πάνω από την εξώπορτά τους και την άφηναν εκεί μέχρι την ίδια ημέρα του επόμενου έτους για την αποτροπή κάποιου λοιμού, για να ικετεύει για ευλογία αγαθών, να φέρνει κάθε τι καλό  αλλά και να διώχνει το κακό όλη τη χρονιά. Το στόλισμα και η περιφορά της Ειρεσιώνης συνηθίζονταν στις γιορτές Πυανέψια και Θαργήλια. Οι γιορτές ήταν αφιερωμένες στη θεά Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες. Ουσιαστικά, η Ειρεσιώνη, αποτελεί τον πρόγονο του στολισμού του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Το έθιμο αυτό ταξίδεψε μέσω των Ελλήνων ταξιδευτών και των Ευρωπαίων περιηγητών από την Ελλάδα στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες όπου δεν υπήρχαν ελιές, υπήρχαν όμως έλατα. Τα έλατα και τα άλλα δέντρα των βόρειων δασών άρχισαν να στολίζονται και κάπως έτσι έθιμο της Ειρεσιώνης επέστρεψε πίσω στην Ελλάδα εξευρωπαϊσμένο και χριστουγεννοποιημένο, από τον  Όθωνα και τους Βαυαρούς, 1840.

Κάλαντα στο Βυζάντιο, 1070

Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία Καλένδες ονομάζονταν οι γιορτές και τα πανηγύρια που οι λεγόμενοι “Εθνικοί”, συνήθιζαν να κάνουν στην 1η Ιανουαρίου και πολλές από τις οποίες διατηρήθηκαν από τους χριστιανούς. Οι Πατέρες όμως της Εκκλησίας απαγόρευαν ή απέτρεπαν το έθιμο αυτό, επειδή καταγόταν από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών, που είχε καταδικάσει η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ. και το οποίο πιθανώς τάραζε την επιβληθείσα κατάνυξη σε όλους τους τομείς δραστηριότητας των πιστών, με τις γιορτές και ευωχίες που το χαρακτήριζαν. Οι παλιές όμως συνήθειες του λαού, που ήταν μέρος της αρχαίας θρησκευτικής του λατρείας, ήταν βιώματα  αιώνων και δεν ήταν δυνατόν να ξεριζωθούν και να σβήσουν, επειδή έδιναν ευκαιρία για διασκέδαση. Μπροστά στον κίνδυνο να διακοπεί το έθιμο, οι “πιστοί” εισήγαγαν δημοτικά ευχητικά τραγούδια για τις αντίστοιχες χρονικά θρησκευτικές εορτές και έτσι το έθιμο συνεχίζει και σήμερα με την ονομασία “Κάλαντα”. Αν και αρχικά η Εκκλησία απέρριψε τα κάλαντα ως ειδωλολατρικό έθιμο, στη συνέχεια τα αποδέχτηκε και τα αφομοίωσε σε τόσο μεγάλο βαθμό που κατέληξαν να αποκτήσουν καθαρά θρησκευτικό περιεχόμενο (Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλη,… ή Άγιος Βασίλης έρχεται,…).

Νικηφόρος Λύτρας: Τα κάλαντα, 1872

Αναλλοίωτο χαρακτηριστικό του εθίμου των καλάντων είναι το γνωστό σε όλους μας κέρασμα/φιλοδώρημα, το οποίο σήμερα είναι συνήθως κάποιο χρηματικό ποσό. Παλαιότερα, όμως, ήταν κυρίως φαγώσιμα, όπως γλυκά, πίτες, αυγά, λουκάνικα, κότες, αμύγδαλα, ρόδια, κρασί, κ.ά. Γι αυτό και οι καλαντιστές προσπαθούσαν να πουν όσο το δυνατόν περισσότερα παινέματα, ώστε να πάρουν και μεγαλύτερο κέρασμα (Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε,…). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα κάλαντα όλων των νησιών, μη εξαιρουμένων αυτών που λέγονταν παλιότερα στη Δρυοπίδα, όπου οι καλαντιστές αφιέρωναν περισσότερο χρόνο από το τραγούδι τους για να παινέσουν τον νοικοκύρη (Σε αυτό το σπίτι που ήρθαμε πέτρα να μην ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει…), παρά για εξιστορήσουν τα γεγονότα όπως τον ερχομό του Χριστού ή την έλευση του Αη Βασίλη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πολυάριθμες παραλλαγές καλάντων που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα, άλλα σε δημοτική και άλλα σε λόγια γλώσσα. Σχεδόν κάθε περιοχή, κάθε νησί, πολλές φορές και κάθε χωριό έχει τα δικά του, ξεχωριστά κάλαντα. Ανάλογα με τον τόπο και τις εποχές, τα παιδιά που ψάλλουν τα κάλαντα κρατούν πολύχρωμα φαναράκια, καράβια ή εκκλησίες φωτισμένες εσωτερικά, σιδερένια τρίγωνα ή ραβδιά στολισμένα με λουλούδια σαν τους αρχαίους θύρσους. Οι στίχοι διαμορφώνονται ανάλογα με τις διαλέκτους και τα ιδιώματα της κάθε περιοχής και η μουσική ανάλογα με την παράδοση του κάθε τόπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι περιοχές των Επτανήσων, της Θράκης, της Ηπείρου, των Κυκλάδων, των Δωδεκανήσων, του Ανατολικού Αιγαίου, του Πόντου, της Κρήτης και της Μικρά Ασίας. Τα παλαιότερα χρόνια τα κάλαντα δεν τραγουδιόντουσαν μόνο, αλλά και παίζονταν από παραδοσιακούς οργανοπαίκτες. Για αυτό τον λόγο, πολλές φορές θύμιζαν περισσότερο παραδοσιακά τραγούδια, παρά κάλαντα. Στον Ελλαδικό χώρο έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο των χριστουγεννιάτικων καλάντων. Στις μέρες μας, εκτός από τα  παραπάνω, έχουν εισαχθεί και διάφορα αγγλοσαξωνικά κυρίως χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά από τα οποία έχουν μεταγλωττιστεί στην ελληνική γλώσσα και δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν τα παραδοσιακά κάλαντα.

Στάμη Τσικοπούλου – Μαρτίνου

 

          Ειρεσιώνη

*Στη ζωοφόρο του Αγίου Ελευθερίου, της παλιάς εκκλησίας που βρίσκεται στα δεξιά της εισόδου της Μητρόπολης των Αθηνών, υπάρχει ανάμεσα σε άλλες και η παράσταση ενός παιδιού από τα προχριστιανικά χρόνια, (αυτού της εικόνας) που κρατά στον ώμο του ένα κλαδί δάφνης (βάγια), στολισμένο με καρπούς και κλωστές από άσπρα και κόκκινα μαλλιά προβάτου, την Ειρεσιώνη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της Δρυοπίδας

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της Δρυοπίδας

 

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του κόσμου,

εβγείτε, δείτε, μάθετε, που ο Χριστός γεννάται.
Γεννάται κι αναθρέφεται με μέλι και με γάλα,
το μέλι τρων’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες.

 

Ανοίχτε τα κουτάκια σας, τα κατακλειδωμένα

και δώστε μας τον κόπο μας απ’ το χρυσό πουγγί σας.

Κι’ αν είστε από τους πλούσιους, φλουριά μη λυπηθείτε

κι αν είστε από τους δεύτερους, τάληρα και δραχμίτσες

και αν είστε από τους πάμπτωχους ένα ζευγάρι κότες.

 

Και σας καληνυχτίζουμε, πέσετε κοιμηθείτε,

ολίγον ύπνο πάρετε και ευθύς να σηκωθείτε,

στην εκκλησία τρέξετε με προθυμία μπείτε,

ν’ ακούσετε και του Χριστού τη θεία λειτουργία,

του Ιησού μας του Χριστού γέννηση την αγία.

 

Κι ευθύς όταν γυρίσετε εις το αρχοντικό σας,

ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάρτε το φαγητό σας,

δώστε και κανενός φτωχού, όστις να υστερείται,

δώστε και μας τον κόπο μας, αν είναι ο ορισμός σας

και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

 

Και του χρόνου

                        Κατερίνα Λαρεντζάκη (Καϊντιέραινα)

    

Ο στρούμπος

Το έθιμο του στρούμπου περιγράφεται με γλαφυρότητα από τον Γιώργο Λαρεντζάκη (Καϊντιέρη) στο άρθρο του που δημοσιεύθηκε το 1996, στο Φάρο του Μέριχα, για τα Πρωτο­χρονιάτικα έθιμα. Από το άρθρο αυτό παραθέτουμε το ακό­λουθο απόσπασμα που δημοσιεύτηκε στα Θερμιώτικα Νέα Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 2022 (αριθμός φύλλου 423).

«… Παραμονή πρωτοχρονιάς, λοιπόν, και οι νοικοκυρές του χωριού, μαζί με όλες τις άλλες γιορτινές ετοιμασίες, πρέπει να βράσουν το στρούμπο, σιτάρι δηλαδή της δικής τους σοδειάς, που θα το προετοιμάσουν και θα το βράσουν με ειδικό τρόπο. Από την προηγούμενη μέρα οι νοικοκυρές έχουν βγάλει μέσα από τ’ αμπάρι ή το κουρούπι μεστό μιάδι (στάρι), καλ­λιεργημένο και συλλεγμένο από τα σώχωρα χωράφια τους. Το στάρι, αφού το πλύνουν καλά, θα το βράσουν στη συνέ­χεια λίγο, ίσα-ίσα για να αποχωριστεί ο λεπτός φλοιός από τον καρπό. Στη συνέχεια το στάρι θα στραγγιστεί και θα απλωθεί επι­μελημένα στον ήλιο για να στεγνώσει, πάνω σε άσπρα σεν­τόνια. Κάθε τόσο η νοικοκυρά θα ανασαλεύει το στάρι φέρ­νοντας το κάτω πάνω, ώστε να στεγνώσει καλά. Αφού στε­γνώσει το στάρι, θα το βάλουν μέσα σε καθαρό άσπρο τσου­βάλι, δένοντας το λαιμό του μ’ έναν κλώνο (σπάγγο) και θα το αφήσουν στο μπαραστάθι της πόρτας για να κοπανιστεί στη συνέχεια.

Οι νέοι του χωριού, παρέες-παρέες, θα βγουν παραμονή σεργιάνι στα σοκάκια του χωριού, με τον κόπανο στο χέρι, για να κοπανήσουν τους στρούμπους. Άρχιζε έτσι ένα ατέ­λειωτο αλισβερίσι, που έδινε στο χωριό γιορτινό χρώμα και εύθυμη διάθεση. Καθώς οι νέοι περνούσαν τις γειτονιές, πεί­ραζαν τις νοικοκυρές και τις νιές, ρωτώντας τις: Να σου τον κοπανήσουμε (το στρούμπο); Εσένα σού τον κοπανήσανε ή να σου τον κοπανήσουμε εμείς; Εκείνες απαντούσανε: Εμέ­να μού τον κοπάνησε άλλος ή εμένα δεν μου τον κοπανή­σανε, ελάτε να μου τον κοπανήσετε εσείς. Έτσι, μέσα από τη διαδικασία γινόταν καλαμπούρι, δημιουργούταν κέφι, χαρά. Το πράγμα, βέβαια, έπαιρνε ευρύτερες διαστάσεις καθώς οι νέοι έμπαιναν στις αυλές των αγαπημένων τους και μαζί με το κοπάνισμα του στρούμπου παιζόταν και το παιχνίδι του έρωτα και της αγάπης.

Καθώς οι κοπανίδες ανεβοκατέβαιναν και χτυπούσαν το στρούμπο, το χωριό αντιλαλούσε παντού τους απόηχους, λες και κάποιος αόρατος μαέστρος συγχρόνιζε τα τύμπανα μιας αρχέγονης μυστηριακής τυμπανοκρουσίας. Στη συνέχεια το κοπανισμένο στάρι απλωνόταν ξανά σε άσπρο σεντόνι και οι νοικοκυρές, με τα άσπρα μαντίλια στο κεφάλι, έπαιρναν το στάρι με τις χούφτες τους και το λίχνι­ζαν, για να απομακρυνθεί ο αποκολλημένος φλοιός του και να απομείνει ο καθαρός καρπός του σταριού. Τώρα πια ο στρούμπος ήταν έτοιμος για βράσιμο. Τον έβα­ζαν σε μεγάλα καζάνια και τον έβραζαν στη θράκα με χον­τρά κούτσουρα. Μια μεγάλη κουτάλα τάραζε κατά διαστήματα το στρούμπο μέχρι να χυλώσει. Για’να του δώσουν μάλιστα ιδιαίτερη νοστιμιά, πολλές πατριώτισσες πρόσθεταν στο στρούμπο κι ένα κομμάτι λούντζα, παστό δηλαδή χοιρινό κρέ­ας απ’ τη μπρουνιά. Σαν τέλειωνε το βράσιμο, ο στρούμπος σερβιριζότανε μέσα σε πήλινες σκουτέλες και προσφερότανε όχι μόνο στα μέλη της οικογένειας, αλλά και στους επισκέπτες, στους φίλους, στους γειτόνους, στους συγγενείς. Έτσι ο στρούμπος έπαιρ­νε μια κοινωνική διάσταση και γέμιζε όχι μόνο το στερημέ­νο στομάχι, αλλά πλημμύριζε και την ψυχή με αγάπη και αγαλ­λίαση, χρονιάρες μέρες.

Ο στρούμπος τρωγότανε άλλοτε σκέ­τος, πολλές φορές όμως νοστίμιζε περισσότερο προσθέτον­τας ζάχαρη ή ακόμα και  φρέσκο γάλα. Οι παλιότεροι λένε ότι το βράσιμο του στρούμπου ήταν ένα είδος κόλλυβου, μνημόσυνου, στον παλιό χρόνο που φεύ­γει -που πεθαίνει – για να καλωσορίσουν την καινούργια χρο­νιά με προσδοκίες και νέες ελπίδες.

Τη δεκαετία του ’80 υπήρχε ακόμα το έθιμο… Δυστυχώς όμως, καθώς σβήνει εκείνη η αγνή και λατρεμένη γενιά των μεγάλων, χάνονται αργά-γοργά και τα παραδοσιακά μας έθι­μα, υιοθετώντας ανούσια και χλιαρά ξενόφερτα ήθη και έθι­μα. Τι κρίμα! Ας προσπαθήσουμε, τουλάχιστον εμείς, οι νεότεροι, να τα διατηρήσουμε στη μνήμη μας, στη θύμησή μας και στην ψυχή μας»….

Η ανέλκυση

Το νέο μυθιστόρημα του Νίκου Μαρτίνου περιγράφει τις προσπάθειες για την ανέλκυση ενός βυθισμένου από τον καιρό της κατοχής πλοίου σε ένα μικρό νησί των Κυκλάδων. Οι εργασίες αναστατώνουν την καθημερινότητα των κατοίκων καθώς  έρχονται σε επαφή με τους απρόσμενους επισκέπτες…

Ο συγγραφέας γράφει στη δημοτική γλώσσα, όχι στην αγοραία καθομιλουμένη, αλλά στην πλούσια και συνάμα λιτή μορφή της που εκφράζει τη λαϊκή ευγένεια που δεν εξαντλείται στη χρήση του πληθυντικού αλλά περιέχει και το ενδιαφέρον για τον πλησίον και την κοινότητα. Ο άμεσος και  απέριττος λόγος του έχει διέλθει την αυστηρή βάσανο του ιδίου. Παράλληλα, αντιμετωπίζει με κατανόηση και επιείκεια τις αδυναμίες των «εντελώς φανταστικών» αλλά τόσο αναγνωρίσιμων χαρακτήρων της ιστορίας του που υποχρεώνονται ώρες ώρες να «προσγειωθούν» στην αμείλικτη καθημερινότητα.

Για άλλη μια φορά μέσα από τα λόγια και τα έργα των ηρώων του, προβάλλεται ο αξιακός κόσμος του συγγραφέα, η αξιοπρέπεια, η ντομπροσύνη, το φιλότιμο, η αίσθηση του καθήκοντος και της ευθύνης, τα γνωρίσματα δηλαδή που κάθε γονιός θέλει να καμαρώνει στα παιδιά του.

Τη σημαντικότερη διάσταση του έργου του Ν. Μαρτίνου τη συνειδητοποίησα όταν, μπαίνοντας με το καράβι στο Μέριχα, ο γιός μου προσπαθούσε να αναγνωρίσει τα σημάδια για να καταλάβει πού έγινε το «σαμπάνιασμα» του χοίρου[1]: Το έργο του συγγραφέα ιδρύει μια βιωματική σχέση με τον τόπο. Το θερμιώτικο τοπίο στα κείμενα του Μαρτίνου μετατρέπεται σε σκηνικό παιδικών ονειροπολήσεων.

Ένα ακόμα άξιο αναφοράς χαρακτηριστικό είναι ότι στα βιβλία του το βιογραφικό σημείωμα του καταξιωμένου, επίτιμου πια, ακαδημαϊκού δασκάλου ξεκινά ως εξής: «ο Νίκος Μαρτίνος κατάγεται από τη Δρυοπίδα της Κύθνου» προβάλλοντας τον γενέθλιο τόπο ως το κατεξοχήν προσδιοριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στη συνείδησή μου ο Νίκος Μαρτίνος είναι για τα Θερμιά ό,τι ο Παπαδιαμάντης για τη Σκιάθο.

Λυμπέρης Ζαμπέτας

«Η ανέλκυση» αποτελεί την πέμπτη συγγραφική κατάθεση του Ν. Μαρτίνου στον χώρο της λογοτεχνίας και  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρμός».

[1] Από το ομώνυμο διήγημα που περιλαμβάνεται στο έργο του συγγραφέα «Ανάπλωρα» που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ.

Κολυμβητικοί αγώνες στο Αμμουδάκι 2022

Άποψη του κοινού

Οι κολυμβητικοί αγώνες στο Αμμουδάκι συνεχίζουν και φέτος, (μετά από διετή απραξία λόγω κόβιντ) μια παράδοση μισού και πλέον αιώνα. Όσοι ως πιτσιρικάδες, έχουν λάβει μέρος στους αγώνες παλιότερων ετών, ασφαλώς ανακαλούν όμορφες αναμνήσεις όταν επιδεικνύουν με καμάρι τα μετάλλιά τους. Τέτοιες ωραίες στιγμές προσέφερε σήμερα στα “δελφινάκια” μας ο Σύνδεσμος, φιλοδοξώντας να συνεχιστεί η παράδοση αυτή, που συνδέει την Κανάλα με ευχάριστες αναμνήσεις, για πολλά χρόνια ακόμα. Και φέτος δεν έλειψε η καλή διάθεση, το κέφι, ο ενθουσιασμός, τα πειράγματα και γενικότερα το εορταστικό κλίμα. Κατά τα λοιπά η διοργάνωση άψογη, το κοινό θερμό κι ενθουσιώδες και οι επιδόσεις πολύ υψηλές. Και του χρόνου!

Ασπρίζουμε την Κανάλα

Τα αειθαλή νιάτα του ’80

Συνεχίζοντας την παράδοση τα νιάτα του σήμερα και τα αειθαλή νιάτα των ‘80ς, ένωσαν τις δυνάμεις τους κι ομόρφυναν την Κανάλα με το ταλέντο και το κέφι τους συμβάλλοντας  στη λαμπρότητα των ημερών. Και του χρόνου!

Εργασίες καθαριότητας στην Κανάλα

Στις 7 Ιουλίου, 14 κυρίες, μέλη του Συνδέσμου που επιθυμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, πιστές στην παράδοση της εθελοντικής προσφοράς, ευπρέπισαν τους χώρους της συνδεσμικής ιδιοκτησίας στην Κανάλα για να καλοδεχτούν τους επισκέπτες και τους παραθεριστές. Οι εργασίες περιλάμβαναν συλλογή απορριμμάτων από την είσοδο μέχρι το αμμουδάκι και μέχρι τα βράχια, απομάκρυνση εύφλεκτων υλικών (πευκοβελόνες, ξερά φύλλα και κλαδιά) από τον πευκώνα, σκούπισμα και ασβέστωμα.

Το σημαντικότερο σ’ αυτή την πράξη ανιδιοτελούς προσφοράς είναι το παράδειγμα που δίνεται στους νεότερους.

Για του λόγου το αληθές δημοσιεύεται ενδεικτικό φωτογραφικό υλικό.

Τακτική γενική συνέλευση Συνδέσμου Δρυοπιδέων 22 Μαΐου 2022

Την Κυριακή 22 Μαΐου 2022, στην Πατριωτική μας Στέγη, πραγματοποιήθηκε Τακτική Γενική Συνέλευση των μελών του Συνδέσμου Δρυοπιδέων Κύθνου (Θερμιά) με θέματα τον απολογισμό της περιόδου 2018 – 2022 και τη διεξαγωγή αρχαιρεσιών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου και μετά τη συγκρότησή του σε σώμα,  η σύνθεση του νέου Δ.Σ. είναι η ακόλουθη: ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΑΝΝΑ ΣΤΙΝΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΑΥΡΑΚΗΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ ΤΑΜΙΑΣ: ΜΑΡΙΑ ΠΕΤΡΙΔΗ ΜΕΛΗ: ΑΝΝΑ ΑΝΑΠΛΙΩΤΟΥ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΝΙΔΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΟΥΚΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΠΕΓΚΥ ΜΠΟΥΚΗ ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΠΕΤΡΙΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΩΓΑΔΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ ΕΞΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ: ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  Ι. ΒΙΤΑΛΗΣ ΜΕΛΗ: ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΜΑΣΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΑΝΑΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΜΕΛΗ ΛΥΜΠΕΡΗΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΖΑΜΠΕΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΓΟΝΙΔΑΚΗ ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ

Η ανέλκυση

Δεκαετία του πενήντα. Στον μικρό κυκλαδίτικο οικισμό ο χρόνος φαίνεται να ’χει σταματήσει. Η απόλυτη ηρεμία που επικρατεί διαταράσσεται από τον κατάπλου ενός μεγάλου πολυτελούς ιστιοφόρου απ’ το οποίο αποβιβάζονται ένας μεσόκοπος άνδρας και δύο νέες γυναίκες. Η καθημερινή μετάβαση των δύο γυναικών στην παραλία με μοναδικό ρούχο το μπικίνι τους αναστατώνει τον ανδρικό πληθυσμό και αποτελεί πρόκληση για τα επικρατούντα ήθη. Λίγες μέρες αργότερα θα καταπλεύσει κι ένα σφουγγαράδικο καΐκι που ασχολείται με την ανέλκυση βυθισμένων από τον καιρό της Κατοχής καραβιών και αμέσως μετά θα εμφανιστεί ένα ρυμουλκό που σύρει έναν τεράστιο πλωτό γερανό. Οι εργασίες τμηματικής ανέλκυσης του βυθισμένου καραβιού θ’ αρχίσουν χωρίς χρονοτριβή και η ζωή στον μικρό οικισμό θ’ αλλάξει ριζικά, καθώς τα πληρώματα των διαφόρων πλοίων και οι εργάτες πλημμυρίζουν το μικρό νησί. Τα πράγματα θα σοβαρέψουν όταν αποκαλυφθούν οι πραγματικές προθέσεις του μεσόκοπου άνδρα και αρχίσουν οι διαδοχικές εκρήξεις δυναμίτιδας στην είσοδο του λιμανιού…

Περισσότερα στο νέο βιβλίο του Νίκου Στεφ. Μαρτίνου «Η ανέλκυση» που είναι η πέμπτη συγγραφική του κατάθεση «εκτός των ακαδημαϊκών τειχών» στον χώρο της λογοτεχνίας και  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρμός».

Ημερολόγιο 2022

ΤΑ ΘΕΡΜΙΩΤΙΚΑ ΚΑΜΙΝΙΑ

Ξεκίνησε η διανομή του Συνδεσμικού Ημερολογίου για το 2022.

Το φετινό ημερολόγιο είναι αφιερωμένο στη σχέση της, εποχικής αρχικά, εν Αθήναις παροικίας των Δρυοπιδέων με τα κεραμοποιεία, τα καμίνια, που παρήγαγαν το βασικό δομικό υλικό για την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας. Η σχέση αυτή, που ξεκινά περί το 1880, συμπλέκεται και με την ανάπτυξη του Συνδέσμου μας και αποτελεί ένα από τα άρρητα στοιχεία συλλογικής μνήμης που διαμορφώνουν τη φυσιογνωμία και τη σχέση των Θερμιωτών με τον τόπο εγκατάστασης τους και με τη γενέτειρα.

Θερμά συγχαρητήρια αξίζουν στον Ναύαρχο Σταμάτη Βιτάλη για τη μακρόχρονη έρευνά του και την επιμέλεια της άψογης, ομολογουμένως, έκδοσης της δουλειάς του.